πετάμενος

-η, -ο, Ν
ο πετούμενος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. τού ρ. πετώ σχηματισμένη κατά τις αρχ. μτχ. σε -άμενος τού τύπου ιπτάμενος, ιστάμενος (πρβλ. κουνάμενος, λεγάμενος, σερνάμενος κ.λπ.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πεταμένος — η, ο (μτχ. παθ. πρκ. του πετώ) 1. ο αποριγμένος, άχρηστος: Να μαζευτούν από την αυλή του σχολείου τα πεταμένα χαρτιά. 2. αυτός που γίνεται ανώφελα, στα χαμένα: Πεταμένα χρήματα. – Πεταμένος κόπος, βλ. και πετώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πεταμένος — η, ο βλ. πετώ …   Dictionary of Greek

  • πετάμενος — η, ο αυτός που πετά: Ούτε πουλί πετάμενο να μη βρεθεί μπροστά σου (κατάρα σε κυνηγό) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πετάμενος — πέτομαι fly pres part mp masc nom sg πετά̱μενος , πετάννυμι fly fut part mid masc nom sg (doric aeolic) πετά̱μενος , πετάννυμι fly pres part mp masc nom sg (doric aeolic) πετά̱μενος , πετάομαι Cat.Cod. Astr. pres part mp masc nom sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -άμενος — Γλωσσ. κατάληξη μεσοπαθητικών μετοχών τής νέας Ελληνικής. Οι μετοχές σε άμενος τής νέας Ελληνικής αποτελούν αναλογικούς σχηματισμούς κατά το πρότυπο μεταγενέστερων τύπων μετοχής (παράβαλε τύπο μετοχής γενάμενος < μεταγενέστερο τύπο αορίστου… …   Dictionary of Greek

  • έκβλητος — ο (AM ἔκβλητος, ον) 1. ο πεταμένος έξω, ο απόβλητος 2. αυτός που αξίζει να αποβληθεί ή να απορριφθεί μσν. φρ. «βρέφος ἔκβλητον» έκθετο βρέφος …   Dictionary of Greek

  • επιβλής — ἐπιβλής, ο (Α) 1. αυτός που προεξέχει 2. σύρτης, μάνταλο τής πόρτας 3. διασταυρούμενο δοκάρι 4. φρ. «ἄκρον ἐπιβλῆτος» η βάλανος τού πέους. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βλής «πεταμένος»] …   Dictionary of Greek

  • λεγάμενος — η, ο 1. αυτός για τον οποίο γίνεται ή έγινε λόγος, υπονοούμενος 2. (ειρων. ή επικριτικά) γνωστό πρόσωπο ή πράγμα που αποφεύγουμε να ονομάσουμε 3. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ.) ο αγαπητικός, ο ερωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. παθ. φωνής τού λέγω,… …   Dictionary of Greek

  • παραριξιμιός — ιά, ιό 1. αυτός που τόν έχουν πετάξει στην άκρη και δεν τόν χρησιμοποιούν ή δεν ενδιαφέρονται γι αυτόν, παραμελημένος, παραγκωνισμένος 2. παροιμ. «παραριξιμιό καράβι σε αγαθό λιμάνι αράζει» λέγεται για απροσδόκητη σωτηρία ατόμου που βρίσκεται σε… …   Dictionary of Greek

  • πετώ — πετῶ, άω, ΝΜ 1. ίπταμαι, μετακινούμαι κουνώντας ρυθμικά τα φτερά μου («όταν πετά και κελαηδεί») 2. μτφ. κινούμαι ολοταχώς («οι λογισμοί πετάξανε, στον ουρανό εφτάσα», Ερωτ.) 3. βαδίζω γρήγορα, τρέχοντας («επετούσαν προς την οικίαν εκείνην», Παπαδ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.